Με λένε Διονύση. Δεν ξέρω γιατί, θα προτιμούσα ένα αρχαιοελληνικό όνομα, αλλά στα βαφτίσια μου όλοι ενθουσιάστηκαν.

Ζω σε έναν πανέμορφο κήπο στην πλατεία Κλαυθμώνος, στον κήπο του πρώτου παλατιού που φιλοξένησε τον βασιλιά Όθωνα και την Αμαλία και το μαιευτήριο που γεννήθηκα, βρίσκεται στην πλατεία, δυό λεπτά δρόμος από το μετέπειτα σπίτι μου.

Υιοθετήθηκα όταν ήμουνα ακόμα μωράκι.

Έχω την τέλεια οικογένεια, στοργικούς δίποδους γονείς, εξαιρετικό φαγητό, και κολλητούς φίλους.

Την διάσημη αριστοκράτισσα Αμαλία, την δειλή Χιονούλα και την επίσημη σύζυγό μου Ασπασία. Πριν λίγους μήνες χάσαμε από βαριά αρρώστια την αδερφή μου,την Μαιρούλα. Πενθήσαμε πολύ, κάναμε μια σεμνή και συγκινητική κηδεία, αλλά η ζωή συνεχίζεται.

Πριν δύο μήνες, οι δίποδοι γονείς μας, κλείδωσαν τον κήπο πολύ γρήγορα και εξαφανίστηκαν. Πάγωσε το αίμα μας!

«Θα πέσει πείνα», ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα.

Στον δρόμο, οι άνθρωποι αραίωσαν, τα αυτοκίνητα περνούσαν αραιά και που, κι εγώ άρχισα δειλά δειλά να το σκάω από τον κήπο για να παρακολουθώ τι συμβαίνει. Οι ελάχιστοι δίποδοι που κυκλοφορούσαν φόραγαν στο πρόσωπο άσπρα πανιά και τα χέρια τους ήταν τυλιγμένα με νάυλον.

Οι ελάχιστες λέξεις που άκουγα ήταν κορονοϊός και καραντίνα.

Ευτυχώς δεν μας ξέχασαν στον κήπο αβοήθητους και νηστικούς. Κάθε δύο μέρες η δίποδη κυρία που φωνάζουμε μητέρα ερχόταν και μας τάιζε πολύ, μας έβαζε νεράκι και μας χάιδευε. Η χαρά όλων μας απερίγραπτη. Κι αυτή όμως φορούσε το άσπρο πανί στο στόμα και απέκτησε πλαστικά χάλια χέρια. Έστω κι έτσι όμως, την αγαπάμε.

Μέρα μέρα η ζωή μας γινότανε καλύτερη. Ο ουρανός πιό καθαρός, οι δρόμοι καθαροί, βολτάραμε παντού γιατί δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα και ο κήπος μας γέμισε μαύρα πουλάκια με κίτρινο ράμφος αλλά και κάτι περίεργα μεγάλα πουλιά με πράσινα φτερά που φωνάζουν δυνατά και παράφωνα. Η θετή μας μητέρα μας απαγορεύει να τα κυνηγάμε. Μας επιτρέπει όμως να κυνηγάμε ποντίκια, τρελή χαρά εμείς, και περιστέρια που δεν τα συμπαθούμε και τα αγνοούμε επιδεικτικά. Εκνευριστκά πτηνά, όλο τρώνε και κουτσουλάνε παντού. 

Μέσα σε αυτή την περίεργη κατάσταση, την λατρεμένη Ασπασία μου την έπιασαν οι πόνοι της γέννας. Πήγαμε τρέχοντας στην Πλατεία Κλαυθμώνος, στο μαιευτήριο και περίμενα με αγωνία να γεννήσει. Θα προτιμούσα να μην είχαμε κουτσούβελα που τρέχουν πάνω κάτω και μας χαλάνε την ησυχία, αλλά η Ασπασία επιμένει ότι αυτή είναι η εντολή που πήρε από την φύση. Όταν θυμώνει γίνεται πολύ κακιά και αποφεύγω τις διενέξεις μαζί της.

Όπως σας έλεγα πιό πριν, το κέντρο της Αθήνας στο οποίο ζούμε, κάθε μέρα ομορφαίνει. Ο ουρανός καθαρός και πολύ γαλανός, οι γλάροι έρχονται από την θάλασσα και μας διασκεδάζουν με καλλιτεχνικούς ουράνιους συνδυασμούς, ησυχία παντού και για πρώτη φορά αναπνέουμε οξυγόνο.

Ανεβαίνουμε στον φοίνικα που είχε φυτέψει η Βασίλισσα Αμαλία σχεδόν δυό αιώνες πριν, έτσι άκουσα να λένε, και βλέπουμε θάλασσα. Κάνουμε όνειρα για ταξίδια, δεν φοβόμαστε πια τα αυτοκίνητα αφού σπάνια περνάει κάποιο.

Όμως,από χθες, κατάλαβα ότι κάτι αλλάζει πάλι. Η «άνθρωπομητέρα» μας ήρθε με παρέα και άρχισε να καθαρίζει και να ποτίζει. Μας ρώτησε? Όχι βέβαια, ξέχασε ότι δεν αγαπάμε το νερό. Και ανησυχήσαμε όλη η παρέα μας όταν έκανε τρελή χαρά που βρήκε σε μια γούρνα γυρίνους, μικρά βατραχάκια. Τα είχαμε δει κι εμείς αλλά δεν δώσαμε σημασία, σιγά την ομορφιά. Εμείς όταν είμαστε μωράκια είμαστε πολύ χαριτωμένα. Αυτά είναι σαν σκουλήκια που κουνάνε την ουρά τους. Είναι τρελοί οι δίποδοι φίλοι μας.

Εμένα πάντως, αυτοί οι γυρίνοι που κατέληξαν να φύγουν από τον κήπο μέσα σε ένα πλαστικό κουτί, με ανησύχησαν. Ψεύτης να βγω, αλλά κάτι θα αλλάξει πάλι στην καθημερινότητά μας. Φοβάμαι ότι θα χάσουμε την ησυχία μας. Αυτοί οι γυρίνοι θα σηματοδοτήσουν το τέλος της «καραντίνας» και της γαλήνης


 Ντόρα Ρίζου