Βαγγέλης Γαροφάλλου

Διηγήματα, Χρονογραφήματα
μυγοσκοτώστρα
Pin It

Ήταν ακόμα μια μέρα, κρίκος στην αλυσίδα των όμοιων, ζεστών, ήσυχων ημερών του Ιουλίου, απ’ αυτές που μόνο τα παιδικά καλοκαίρια μπορούν να δημιουργήσουν. Μεσημέρι. Ντάλα ήλιος. Ραστώνη. Η πλάση όλη αναπαυόταν. Μόνο τα τζιτζίκια επέμεναν να σπάνε τη σιωπή. Δεν βαριέσαι.


Τσακ. Τσακ. Τσακ.

«Κάτσε, ρε. Δεν είναι μόνο τα τζιτζίκια».

Ο μπόμπιρας, φυσικά, δεν κοιμόταν. Δεν ένιωθε την ανάγκη να ξεκουραστεί ποτέ. Είχε όλη τη διάθεση να ζήσει την κάθε στιγμή. Να ανακαλύψει. Το τι μπορούσε να ανακαλύψει, βέβαια, ήταν άλλη ιστορία. Τι στο διάολο μπορείς να κάνεις μες στο καταμεσήμερο, στην ήσυχη, παραδομένη στη σιέστα, κωμόπολη στην οποία παραθερίζει η οικογένειά σου;
Έτσι, ο μπόμπιρας διάβαζε κόμικς, ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Πολύ πριν μάθει ότι ακόμα κι αυτά κάποιοι -λέει- τα χρησιμοποιούσαν για να του περάσουν ρατσιστικά μηνύματα. Θεωρίες συνωμοσίας.

Τσακ. Τσακ. Τσακ.

Να το πάλι! Ποιος τολμούσε να θέσει σε κίνδυνο τη μεσημεριανή γαλήνη όλης της γειτονιάς, με αυτόν τον σπαστικό, μυστήριο, ήχο; Ο μπόμπιρας ήξερε. Υπήρχε κι άλλος ένας που δεν κοιμόταν.
Βγήκε με γοργά βήματα στην αυλή, αντικρίζοντας το θέαμα που στα μάτια του έμοιαζε φυσιολογικό και συνηθισμένο, σε κάθε παρατηρητικό περαστικό όμως θα μπορούσε υπό συνθήκες να προκαλέσει σοκ. Ο παππούς, άλλωστε, ήταν καλτ φιγούρα. Με τα όλα του. Βγαλμένος –θαρρείς- κατευθείαν από ταινία του Ταραντίνο1 . Φαντάσου ότι τότε ο Ταραντίνο πρέπει να δούλευε ακόμα στο τσοντάδικο.

Η συμπαθής ηλικιωμένη φιγούρα του δέσποζε στο χώρο. Στο κεφάλι, καπέλο. Ψάθινο. Μεγάλο. Υπερβολικό. Τα γερασμένα του χέρια ήταν εκτεθειμένα μέσα από το παραδοσιακό άσπρο αμάνικο φανελάκι, σήμα κατατεθέν των παππούδων, όμως ο συγκεκριμένος έκανε τη διαφορά με μια ξεχωριστή πατέντα: μια χαρτοπετσέτα, ανάμεσα σε λαιμό και φανέλα, για να είναι πρόχειρη να απομακρύνει κάθε ιδρώτα. Χωρίς περιττές κινήσεις.
Παντελόνι, τύπου πυτζάμας, θαλασσί, κι από κάτω… κάλτσες. Κι όμως! Χοντρές, βαμβακερές, άσπρες κάλτσες. Με σαράντα βαθμούς. Η δε δερμάτινη παντόφλα έδενε αρμονικά την όλη του εικόνα.

Τσακ. Τσακ. Τσακ.

Α, ναι! Η πηγή της φασαρίας. Στο χέρι του παππού, το απόλυτο φετίχ. Μια μυγοσκοτώστρα σε σχήμα παλάμης, πότε πορτοκαλί, πότε μπλε και πότε κόκκινη. Πάντα ετοιμοπόλεμη.

Τσακ. Τσακ. Τσακ.

Μπορεί να καθόταν έτσι για ώρες. Απτόητος. Χωρίς να πει λέξη, χωρίς να διαβάσει κάτι, χωρίς να φάει. Η μεγάλη του απόλαυση ήταν να κάθεται στην καρέκλα, με τα πόδια απλωμένα σε μια άλλη και να εξολοθρεύει όποιο έντομο έκανε το λάθος να ξαποστάσει στο τζαμένιο τραπέζι του. Να βαράει μύγες, κοντολογίς.

Ο μπόμπιρας μπορεί να μην το ήξερε, αλλά ο παππούς είχε τους λόγους του. Πρώτα-πρώτα, οι κάλτσες. Ήταν ανέκαθεν κρυουλιάρης ο παππούς, αλλά δικαιολογημένα. Κάποτε, στο δεύτερο παγκόσμιο, είχε παγώσει το ένα ποδάρι του και παραλίγο να του το κόψουν. Άκου, τώρα, πράγματα. Πολύ μακρινά. Κι όμως, ο παππούς τα είχε ζήσει. Να μεταφέρει Ιταλούς αιχμαλώτους και να τους δίνει στα κρυφά να φάνε, άνθρωποι ήταν κι αυτοί όχι η στρατιά-ρομπότ που έστειλε ο Μουσολίνι. Να μην ξέρει αν την επόμενη μέρα θα ζήσει. Έσφιξε, όμως, τα δόντια και επέζησε.

Ευτυχώς, ο πόλεμος κάποτε τελείωσε και επιτέλους ήρθε ο πόλεμος! Εμφύλιος, αυτή τη φορά. Μια μέρα εμφανίστηκαν κάποιοι, απ’ αυτούς που πιθανόν να είχαν πολεμήσει μαζί του και τα παιδάκια στις σχολικές γιορτές αναγκάζονται να τους μνημονεύουν με το «παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», ναι, τότε που βγαίνουν τανκς στους δρόμους. Καλόγουστο! Αυτοί οι κάποιοι, λοιπόν, πήραν τον αδελφό του παππού κι επειδή ήταν -λέει- κομμουνιστής τον εκτέλεσαν. Κανονικά. Ο παππούς, από τότε, όταν άκουγε για πολιτική χαμογελούσε.

Πέρασε κι ο εμφύλιος, την γλύτωσε την εκτέλεση ως αδερφός κομμουνιστή ο παππούς κι ήταν η ώρα της επανάστασης των αξιωματικών. Τανκς στους δρόμους, σιγά το πράγμα, και σήμερα τα βγάζουμε για τη μόστρα, απαγόρευση κυκλοφορίας, εξορίες, αλλά τότε δεν είχαμε Αλβανούς. Χρυσά χρόνια, που ο παππούς τα πέρασε κι αυτά, αναγκαζόμενος να φάει κι άλλα σκατά.
Κάποια στιγμή, τα πράγματα ηρέμησαν σχετικά κι ο παππούς αφοσιώθηκε στην οικογένεια. Όλη μέρα στο τιμόνι για να την ζήσει. Σκυλί. Και, καρπός των κόπων του και συνέχεια, ήρθε ο εγγονός. Ο μπόμπιρας. Ο οποίος κοίταζε ακόμα τον παππού να βαράει μύγες.

Τσακ. Τσακ. Τσακ.

Μετά απ’ όλα αυτά που είχε περάσει ο παππούς, ζώντας τα τελευταία του χρόνια γλυκά, ήρεμα, στη ζεστούλα που τόσο του άρεσε, στη λιακάδα, είχε να αντιμετωπίσει και τις μύγες. Η τελευταία απειλή για την ησυχία του. Ε, όχι! Όχι. Όχι. Δεν θα έχουμε κι αυτές, εδώ που φτάσαμε. Εδώ, ίσχυε ο νόμος του. Ο νόμος της μυγοσκοτώστρας.

Τσακ. Τσακ. Τσακ.

«Ρε, παππού, φτάνει με τις μύγες»! Ο εγγονός εκεί. Σε δουλειά να βρισκόμαστε. Ο παππούς δεν απάντησε. Η αλήθεια είναι ότι ήταν πιθανό να μην άκουσε, καθώς απ’ αυτή την αίσθηση είχε κάποιες απώλειες, αλλά σημασία έχει ότι γύρισε, κοίταξε τον μπόμπιρα με χαμόγελο και στη συνέχεια απελευθέρωσε μια ξαφνική και ιδιαίτερα θορυβώδη πορδή. Ο εγγονός ξελιγώθηκε στα γέλια. Περηφάνια ο παππούς!
«Ο γιατρός ένα πράγμα μού είπε. Όταν έχεις αέρια, αμόλα τα να γλιτώσεις, μη σε πιάσει η κοιλιά». Ξεκάθαρος ο γέροντας.
«Με κοροϊδεύεις….», διαμαρτυρήθηκε ο εγγονός.
«’Οποιος κοροϊδεύει, κοροϊδεύει τον απέναντί του», επέμεινε ο παππούς και με ένα δυνατό τσακ έστειλε αδιάβαστη ακόμα μια μύγα. Η μαγεία της κίνησης, βέβαια, δεν βρισκόταν τόσο στο χτύπημα, αλλά στην απομάκρυνση του νεκρού εντόμου από το τραπέζι, με ένα πλάγιο τίναγμα της μυγοσκοτώστρας.

Με αυτά και με αυτά, το απόγευμα ήρθε κι ο μπόμπιρας ένιωσε τη διπλανή παιδική χαρά να τον καλεί. Με ένα σάλτο, πέρασε δίπλα από τον χαμογελαστό σταρχιδιστή παππού και ξεχύθηκε στην ευθεία για το πάρκο.
Αλλά, με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, στα δευτερόλεπτα που κράτησε εκείνο το τρέξιμο κύλησαν πολλά χρόνια. Το πάρκο, που περίμενε τον μπόμπιρα δεν υπάρχει πια, έγινε πάρκινγκ. Και μαζί του άλλαξε κι η παλιά Ελλάδα, η Ελλάδα που δεν είχε ακόμα πιαστεί στη δαγκάνα των πολυεθνικών και της εμπορευματοποίησης των πάντων, η Ελλάδα που ετοιμαζόταν να κατρακυλήσει στους σπιντάτους ρυθμούς της ζωής του καπιταλισμού, αλλά τότε δεν το υποψιαζόταν καν.

Η αυλή, τα μεσημέρια, καμιά φορά θυμίζει εκείνη την παλιά. Αλλά, η αύρα του ζεστού, παιδικού, καλοκαιριού έχει χαθεί. Κι η καρέκλα του παππού στέκεται άδεια, έχοντας φέρει σε πέρας το σκοπό της. Κι όμως! Κάποια μεσημέρια, όταν ο πρώην μπόμπιρας κάνει τα βήματα προς την αυλή, την ώρα που μόνο τα τζιτζίκια δηλώνουν το παρόν, θα ορκιζόταν πως ακούει έναν επαναλαμβανόμενο, σπαστικό, παράλογο θόρυβο.

Τσακ. Τσακ. Τσακ.

1 Κουέντιν Τζερόμ Ταραντίνο (Quentin Jerome Tarantino): Αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός. Γνωστός από την επανάσταση του ανεξάρτητου κινηματογράφου της δεκαετίας του ’90. Έφερε νέες ιδέες και προκάλεσε ανατροπές στα συνηθισμένα πρότυπα των αμερικανικών ταινιών. Κέρδισε δημοσιότητα ως μοντέρνος δημιουργός ταινιών με αξιομνημόνευτους διαλόγους και ωμή βία.



Βαγγέλης Γαροφάλλου

 

Σχετικά κείμενα

Ευσταθία

Αλήθεια, τί μπορεί να σκέφτεται ένας άνθρωπος που είναι στημένος μπροστά σε ένα εκτελεστικό...

Nίκη Μαυροειδή

-Μαμά, να βγω τώρα;-Όχι, μείνε εκεί που κάθεσαι! Δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο νοσοκομείο.-Μα...

Μιχάλης Ρίζος

2 Σεπτεμβρίου 2009. Η ώρα 9 μ.μ. Δεν έχω περάσει από την «Πάπια» για ένα μήνα και κάτι μέρες....

Ημερολόγιο Εκδηλώσεων

Οκτώβριος   2021
Δ Τ Τ Τ Π Σ Κ
        1 2 3
4 5 6 7 8 9 10
11 12 13 14 15 16 17
18 19 20 21 22 23 24
25 26 27 28 29 30 31

ΒΙΒΛΙΑ | ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Το λιμάνι στην ομίχλη - Simenon Georges

Διαβάστε

Επιλογές από τη Βιβλιοθήκη

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9

Γράφουν - Συνεργάζονται

Ντόρα Ρίζου
Τάκης Σιμώτας
Βασίλης Κατσικονούρης
Ευσταθία
Γιώργος Τζιουβάρας Tenorman
Νίκη Μαυροειδή
Δημήτρης Κοτάκος
Βαγγέλης Γαροφάλλου
Μιχάλης Ρίζος
Ροδιανός Αντωνακόπουλος